Απόψεις

«Αναφορές στην παραβατικότητα», Χάρις Κατάκη

Η παραβατικότητα ως κοινωνικό φαινόμενο

Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή την οικονομική κρίση, οι συζητήσεις γύρω από το θέμα της παραβατικότητας πληθαίνουν. Στον τόπο μας, σε αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες που βιώνουμε, το θέμα απασχολεί την κοινή γνώμη ίσως όσο κανένα άλλο, γιατί προβάλλεται ως κεντρικός παράγοντας της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στην οποία έχει βυθιστεί ολόκληρη η ελληνική κοινωνία.

Στο άρθρο αυτό επεδίωξα να μιλήσω για το φαινόμενο της παραβατικότητας, διευρύνοντας το πεδίο παρατήρησης ώστε να εντοπιστούν χρήσιμες συνδέσεις ανάμεσα σε αλληλοεξαρτώμενες παραμέτρους και επίπεδα που οδηγούν στα ορατά φαινόμενα. Στόχος μου ήταν να προσεγγίσω το θέμα καλειδοσκοπικά. Να εντοπίσω, δηλαδή, όχι μόνο συνδέσεις αλλά και ισομορφισμούς ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα στα οποία εκδηλώνεται η παραβατική συμπεριφορά, δηλαδή στα πλαίσια των σύγχρονων κοινωνιών, των οικογενειακών σχέσεων και της ελληνικής κοινωνίας.

Η έξαρση της παραβατικότητας σε όλες τις εκφάνσεις της είναι στις μέρες μας ένα καίριο και επείγον πρόβλημα σε παγκόσμιο επίπεδο. Ανάμεσα στους πολύπλοκους και αλληλένδετους παράγοντες που συνδέονται με τα ακραία φαινόμενα της βίας και της τρομοκρατίας που παρακολουθούμε στους δέκτες μας, κύρια θέση κατέχουν οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί της κοινωνικής αλλαγής που χαρακτηρίζουν την εποχή μας και που τελικά φαίνεται να αποτελούν το ψυχοκοινωνικό υπόστρωμα του φαινομένου.

Με άλλα λόγια, η αναζήτηση των γενεσιουργών αιτιών για την εκρηκτική αύξηση της παραβατικότητας στις σύγχρονες κοινωνίες δε μπορεί παρά να τη συνδέσει με την ταχύρυθμη κοινωνική αλλαγή. Μέσα στη δίνη των συνεχών αλλαγών σε όλα τα επίπεδα, άτομα και κοινωνικές ομάδες εκδηλώνουν διαταραχές γιατί η ικανότητά τους να μετατρέπουν τα ερεθίσματα σε χρήσιμη πληροφορία δοκιμάζεται σε οριακά σημεία. Μέσα στις γρήγορες και άναρχες ανακατατάξεις, βασικά δομικά στοιχεία του πλαισίου αναφοράς ατόμων και επιμέρους κοινωνικών ομάδων κλονίζονται. Με άλλα λόγια, όταν η κοινωνική αλλαγή είναι υπερβολικά γρήγορη δεν επιτρέπει βαθμιαίους και ομαλούς επαναπροσδιορισμούς σε βαθιά ριζωμένα πρότυπα σκέψης, συναισθήματος και δράσης τα οποία στήριζαν τα θεμέλια των κοινωνικών ομάδων με υψηλό βαθμό συνοχής. Η συσσώρευση ερεθισμάτων που κατακλύζουν τον σύγχρονο άνθρωπο και τα οποία αυξάνονται κατακόρυφα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα δυσχεραίνουν την αφομοίωση τους. Λόγω της πληθώρας των εναλλακτικών προτύπων και αξιών, η ελευθερία των επιλογών αυξάνει με τόσο γρήγορους ρυθμούς ώστε η κοινωνική ενσωμάτωση και η αναπαραγωγή δεν λειτουργεί ομαλά.

Οι θεσμοί που οριοθετούσαν τα άτομα, καθιερώνοντας πρότυπα αποδεκτής συμπεριφοράς και προσδιορίζοντας τις ατομικές επιλογές, δε μπορούν πλέον να διατηρούν την μορφή τους για πολύ, γιατί αποσυντίθενται και διαλύονται πιο γρήγορα από το χρόνο που χρειάζεται για να διαμορφωθούν. Η κρίση θεσμών και αξιών που παρατηρείται στις σύγχρονες κοινωνίες φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις νέες μορφές κοινωνικής συνύπαρξης. Μορφές που, λόγω του μικρού προσδόκιμου βίου τους, δεν μπορούν να αποτελέσουν ένα σταθερό πλαίσιο αναφοράς για την ανθρώπινη δράση και τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής, μακροχρόνιας στρατηγικής για τη ζωή.

Η έννοια της κοινότητας, στην οποία στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό η συνεκτικότητα και η εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, ηχεί όλο και πιο κούφια. Οι δεσμοί μεταξύ των ανθρώπων καθίστανται πιο χαλαροί και η αλληλεγγύη υπονομεύεται. Οι σχέσεις ως δίχτυ ασφαλείας, το οποίο άξιζε τις μεγάλες και συνεχείς επενδύσεις σε χρόνο και προσπάθεια και τη θυσία των άμεσων ατομικών συμφερόντων, γίνονται όλο και πιο ασθενικές και προσωρινές. Αντίθετα, επιβραβεύονται οι ανταγωνιστικές στάσεις και υποβαθμίζεται η συνεργασία και η ομαδική εργασία.

Ενώ, ως μερικές δεκαετίες πριν, τα άτομα ζητούσαν να απελευθερωθούν από τα δεσμά του χρέους, της καταπίεσης και του εγκλωβισμού που γεννούσαν οι ιδιαίτερα στενές και συνεκτικές σχέσεις μέσα στην οικογένεια και την κοινότητα, αυτή η ίδια κατάκτηση φαίνεται σταδιακά να αποστερεί τα άτομα από την ικανοποίηση βασικών ανθρώπινων αναγκών όπως η συντροφικότητα, η αλληλεξάρτηση και το αίσθημα ασφάλειας που προσφέρει η αίσθηση ότι κανείς ανήκει σε μια ανθρώπινη ομάδα.

Η έλλειψη συλλογικής δράσης αποσαθρώνει τα κοινωνικά θεμέλια της κοινωνικής αλληλεγγύης. Το βάρος της ευθύνης μεταφέρεται στους ώμους των ατόμων που, τώρα, καλούνται να φέρουν πλήρως την ευθύνη των επιλογών τους για την επίλυση διλημμάτων που γεννιούνται από τις ασταθείς και συνεχώς μεταβαλλόμενες καταστάσεις που βιώνουν.

Η σταδιακή και συνεχής απόσυρση της συλλογικής δράσης στερεί το άτομο από την θωράκιση που είχε απέναντι στην ατομική αποτυχία και κακοτυχία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συμμόρφωση στους κανόνες –μια παράμετρος άμεσα συνδεδεμένη με την αύξηση της παραβατικότητας στις σύγχρονες κοινωνίες– δεν αποτελεί πλέον πλεονέκτημα. Διακηρύσσεται δημοσίως ότι η μη συμμόρφωση σε κανόνες και όρια που θέτει το σύστημα, μέσα στο οποίο είναι ενταγμένο ένα άτομο ή μια επιμέρους κοινωνική ομάδα, είναι μια αρετή που υπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του ατόμου. Τη θέση που είχε η συμμόρφωση στις επιλογές του συνόλου έχει πάρει η ετοιμότητα να αλλάζει κανείς τακτικές, να εγκαταλείπει οποιαδήποτε δέσμευση και πίστη χωρίς μεταμέλεια και να προσπαθεί να επωφεληθεί. Αναπόφευκτα, οι συγκρούσεις μεταξύ ατόμων και επιμέρους κοινωνικών ομάδων είναι περισσότερες και η επίλυση τους δεν είναι εύκολη, εφόσον υπάρχουν διαφωνίες ως προς την αξιολόγηση του τι είναι καλό και κακό, λογικό ή παράλογο.

Η παραβατική συμπεριφορά των νέων ως σύμπτωμα οικογενειακής δυσλειτουργίας

Η παραβατικότητα των εφήβων, με όποια μορφή και αν εκδηλώνεται, αποτελεί ένα σύμπτωμα το οποίο φέρνει στο φως την δυσλειτουργία ολόκληρου του κοινωνικού συστήματος και γι’ αυτό αποτελεί ταυτόχρονα και μια ισχυρή πρόκληση. Παρόλο ότι η παραβατικότητα εμφανίζεται ως γενικευμένη μορφή συμπεριφοράς, η παραβατική συμπεριφορά των εφήβων λειτουργεί σαν ένας κώδωνας κινδύνου που προειδοποιεί για τους κινδύνους που ελλοχεύουν και αφορούν στο σύνολο της κοινωνίας.

Οι αλλαγές που αναφέραμε στην προηγούμενη ενότητα, οι οποίες διατάραξαν τα θεμέλια των σύγχρονων κοινωνιών, δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανέπαφη την λειτουργία της οικογένειας που αποτελεί το κύτταρο κάθε κοινωνικής ομάδας. Είναι, λοιπόν, νομίζω προφανές ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μια εμπεριστατωμένη ματιά στο θέμα της παραβατικότητας χωρίς να επισημανθεί και να ερευνηθεί ο ρόλος της οικογένειας – είτε αναφερόμαστε στα αίτια του φαινομένου, είτε στις συνέπειές του, ή στους τρόπους αντιμετώπισής του.

Σύμφωνα με την συστημική οπτική –η οποία πρεσβεύει ότι η κατανόηση και η αντιμετώπιση των ατομικών συμπτωμάτων οφείλει να αναζητείται στα διαταραγμένα μοτίβα της ενδοοικογενειακής αλληλεπίδρασης, της επικοινωνίας και των συλλογικών κατασκευών– η αποκλίνουσα συμπεριφορά του έφηβου συγκαλύπτει εμπλοκές και δυσλειτουργίες του οικογενειακού συστήματος. Όπως πολύ καλά ξέρουν οι θεραπευτές οικογένειας, τα ακραία παθολογικά συμπτώματα των παιδιών ενδημούν στα θολά νερά που συσκοτίζουν άδηλους συμβιβασμούς και υπονομεύσεις, άρρητες εσωτερικές προσωπικές και διαπροσωπικές συγκρούσεις. Με άλλα λόγια, ο νεαρός παραβάτης, ως ο επίσημος ασθενής του οικογενειακού συστήματος, κρατά το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου. Εφόσον λοιπόν εξετάσουμε και αναλύσουμε την παραβατική συμπεριφορά των νέων μέσα από ένα συστημικό τρόπο προσέγγισης, δεν μπορεί παρά να βρούμε τους εαυτούς μας συνένοχους.

Ένα άλλο καίριο χαρακτηριστικό της παραβατικής συμπεριφοράς είναι ότι, εφόσον η δυσλειτουργία του οικογενειακού συστήματος δεν μπορεί να οριοθετηθεί και να συγκαλυφθεί μέσα στα πλαίσια της οικογένειας, διαχέεται στη κοινωνία. Οι γονείς και η πολιτεία προσπαθούν να συνετίσουν τους παραβάτες του νόμου –«τα κακά παιδιά»– με ως επί το πλείστον κατασταλτικά μέσα.

Αντίθετα, όταν «τα καλά παιδιά» εκδηλώσουν συμπτώματα –διαταραχές στην συμπεριφορά τους, σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα (ψυχώσεις, ψυχαναγκαστικές νευρώσεις, μανιοκατάθλιψη, απόπειρες αυτοκτονίας, οργανικές δυσλειτουργίες κλπ.)– οι γονείς απευθύνονται σε ειδικούς (γιατρούς, ψυχιάτρους και άλλους επαγγελματίες του χώρου της ψυχικής υγείας, κέντρα και ιδρύματα) όπου τα παιδιά αντιμετωπίζονται ως ασθενείς. Ως γνωστόν, σύμφωνα με την επικρατούσα θεώρηση, τα ψυχολογικά συμπτώματα θεωρούνται προσωπική υπόθεση η οποία μάλιστα συχνά θεωρείται ότι έχει οργανική αιτιολογία και γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με ιατροφαρμακευτικές παρεμβάσεις. Η κλινική εμπειρία επιβεβαιώνει συχνά την υπόθεση ότι τα σοβαρότερα προβλήματα παιδιών παρατηρούνται σε οικογένειες στις οποίες δεν επιτρέπεται να βγουν στην επιφάνεια οι συγκρούσεις και τα απωθημένα. Η απατηλή εικόνα της αρμονίας και της ευτυχίας δημιουργεί σύγχυση και επικίνδυνες ακαμψίες.

Η ατομοκεντρική οπτική δεν επιτρέπει να συνδεθούν τα συμπτώματα των παιδιών με τις αλληλεπιδράσεις και τις δυσλειτουργίες στα πλαίσια των οικογενειακών σχέσεων. Η απειλητική συνειδητοποίηση ότι ο ιός έχει εισέλθει στο σύστημα και διαβρώνει την υφή του ίδιου μας του κουκουλιού είναι μεγάλη και γι’ αυτό τείνει να απωθείται. Επιπλέον, η μόνωση του αμυντικού εξοπλισμού της οικογένειας, είναι αναπόφευκτο να ενισχύεται με το κύρος που της προσδίδει η καθιερωμένη ιατροκεντρική αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών διαταραχών. Η οικογένεια, πλαισιωμένη από δομές που στηρίζουν ατομοκεντρικές αντιλήψεις για την ασθένεια, παρακολουθεί με δεμένα χέρια το θρίλερ, στο οποίο πρωταγωνιστεί το παιδί τους, και περιμένει το θαύμα. Ουσιαστικά είναι σαν να κρατάμε ένα τρομερό μυστικό καλά κρυμμένο, ώστε να διατηρούνται οι ισορροπίες που τα συστήματα, μέσα στα οποία είναι ενταγμένος ο επίσημος ασθενής, δεν είναι έτοιμα να ανατρέψουν. Αντίθετα, η παραβατική συμπεριφορά των νέων φαίνεται ότι λειτουργεί ως ένας ασυνείδητος μηχανισμός που φέρνει στο προσκήνιο την παραδοχή ότι το πρόβλημα που εκδηλώνεται σε ένα μέρος του συστήματος είναι μια επιμέρους ένδειξη ότι νοσεί ολόκληρο το σύστημα. Σύμφωνα με τις παραπάνω διαπιστώσεις, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα «καλά παιδιά», συμμορφούμενα, βοηθούν στην αναπαραγωγή και έτσι συμβάλλουν στην διατήρηση των ισορροπιών του συστήματος, ενώ τα «κακά», μη αποδεχόμενα την ενσωμάτωση, ωθούν το σύστημα σε ανατροπές.

Όταν η παραβατικότητα εκδηλώνεται ως ομαδική εξέγερση των νέων, τότε η πρόκληση γίνεται απ’ ευθείας στο ευρύτερο κοινωνικό σύστημα. Είναι πολύ πρόσφατη η εμπειρία μας από τις εξεγέρσεις των μαθητών που συνόδευσαν το θάνατο του δεκαπεντάχρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου. Βιώσαμε την έκρηξη του θυμού των ίδιων μας των παιδιών και την εισπράξαμε μέσα από βίαιες αντιδράσεις που πολλές από αυτές ο νόμος τις χαρακτηρίζει παραβατικές. Αυτό που έκανε αυτή την εξέγερση ιδιαίτερα σημαντική είναι ότι σε αυτό το ξέσπασμα καλά και κακά παιδιά βρέθηκαν κάτω από την ίδια ομπρέλα αγανάκτησης, προκαλώντας έτσι ανοιχτά τα παγιωμένα και άκαμπτα μοτίβα της κοινωνικής συνύπαρξης και πρακτικής.

Η ελληνική κοινωνία: Πολιτισμικές διαστάσεις της παραβατικότητας

Λίγοι θα διαφωνούσαν με τη διαπίστωση ότι, η παραβατική μας συμπεριφορά, είναι πίσω από τα οικονομικά προβλήματα που μαστίζουν τη χώρα και τη θέση που πήραμε στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είμαστε μια κοινωνία που έφτασε στο χείλος του γκρεμού λόγω της παραβατικότητας που ευδοκιμεί από την αρχή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους. Δεν μπορούμε παρά να παραδεχθούμε ότι η οικονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια την βαθιά κοινωνική κρίση που ελλόχευε από καιρό. Γίναμε ο επίσημος ασθενής της Ευρώπης, το παραβατικό παιδί με τη βούλα.

Εξετάζοντας την ελληνική κοινωνία διαχρονικά, διαπιστώνει κανείς ότι οι συμπεριφορές, που σήμερα κατατάσσουμε στα φαινόμενα της παραβατικότητας, είναι βαθιά χαραγμένες στην πολιτισμική μας παράδοση. Πολλές από αυτές τις νοοτροπίες και τις πρακτικές, που καλλιεργούν την παραβατικότητα, μπορούν να εξηγηθούν με βάση πολιτισμικές διαχρονικές διαστάσεις της κοινωνικής ζωής στον τόπο μας. Εστιάζοντας το φακό μας στην ελληνική κοινωνία και στις σαρωτικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών, μπορούμε να εντοπίσουμε τις αλλαγές των αντιλήψεων μας σε ό,τι αφορά το ποιοι είμαστε, τι θέση έχουν οι άλλοι στη ζωή μας, και να τις συνδέσουμε με τα μοτίβα της γενικευμένης παραβατικής συμπεριφοράς μας η οποία οδήγησε τη χώρα στα μεγάλα αδιέξοδα που όλοι βιώνουμε. Τα ευρήματα[1], στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια, φαίνεται να εξηγούν γιατί συμπεριφορές και αντιλήψεις, που ήταν λειτουργικές για προγενέστερες φάσεις -αφού αποτέλεσαν εφόδια για την επιβίωση-, κάτω από τις συνθήκες της σύγχρονης ζωής μετατρέπονται σε δυσλειτουργικές και επιζήμιες για την πορεία μας.

Ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της γενικευμένης παραβατικής συμπεριφοράς μας, έχει ο ορισμός που έδωσαν οι Έλληνες στην έννοια του κύκλου δικών. Σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνών αυτών, η ένταξη στον κύκλο δικών δεν βασίζεται στον βαθμό συγγένειας αλλά σε διάφορες μορφές συμπεριφοράς που συνδέουν τους ανθρώπους που ανήκουν στον ίδιο κύκλο δικών[2]. Με άλλα λόγια, στον κύκλο δικών ανήκουν ‘άνθρωποι που νοιάζονται για μένα και με τους οποίους μπορώ να δημιουργήσω αλληλεξαρτήσεις’.

Το γεγονός ότι, βασικό κριτήριο για την ένταξη ή αποπομπή του ατόμου από τον κύκλο δικών είναι το κατά πόσο νοιάζεται τους δικούς του, εξηγεί πολλούς τύπους συμπεριφοράς που, σε πρώτη ανάγνωση, μοιάζουν αντιφατικές. Πολλές από τις συμπεριφορές μας εξηγούνται με βάση αυτό τον κομβικό διαχωρισμό μεταξύ του κύκλου δικών και του χώρου έξω από αυτόν. Δηλαδή, το αν θα συνεργαστούμε ή θα ανταγωνιστούμε, εξαρτάται από τη σχέση που έχουμε με τα συγκεκριμένα πρόσωπα με τα οποία αλληλεπιδρούμε. Οι σχέσεις μας με αυτούς που δεν ανήκουν στον κύκλο δικών είναι ανοιχτά ανταγωνιστικές. Η προκλητική αμφισβήτηση, οι υπονομεύσεις, οι απατηλοί ελιγμοί, είναι απροκάλυπτοι. Η επιβολή των διεκδικήσεών μας απέναντι τους δε βασίζεται σε κριτήρια που έχουν σχέση με το κοινωνικό όφελος, αλλά καθορίζεται από το συμφέρον των δικών μας. Το ίδιο ισχύει και για την συμπεριφορά μας απέναντι σε πρόσωπα κύρους. Αν ανήκουν στο κύκλο δικών τα δεχόμαστε, αν όχι τα διαγράφουμε και τα πολεμάμε.

Η ιδιαιτερότητα των δικών μας αντιλήψεων για τις στενές ανθρώπινες σχέσεις, και η αξιολόγηση των επιπτώσεων που έχουν αυτές στην λειτουργία των θεσμών στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας, γίνεται πιο ανάγλυφη όταν τη συγκρίνει κανείς με τις αντίστοιχες αντιλήψεις για την έννοια του κύκλου δικών που έδωσαν άλλες πολιτισμικές ομάδες. Ενώ, για παράδειγμα, για μας ο κύκλος δικών απαρτίζεται από συγκεκριμένα πρόσωπα, για τους αμερικανούς ο κύκλος δικών είναι ‘απρόσωπος’, αφού όρισαν τον κύκλο δικών ως ‘άνθρωποι σαν εμένα’.

Συγκρίνοντας, από την άλλη μεριά, τη δική μας αντίληψη για τον κύκλο δικών με αυτή της γειτονικής μας Ιταλίας, παρατηρούμε μια πολύ σημαντική διαφορά. Ενώ, δηλαδή, και στους δυο λαούς στον κύκλο δικών ανήκουν τα μέλη της οικογένειας, οι φίλοι και οι φίλοι των φίλων, σε εκείνους η επένδυση γίνεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα με τα οποία οι αλληλεξαρτήσεις πρέπει να παραμείνουν αναλλοίωτες. Ως γνωστόν, σύμφωνα με τους κώδικες συμπεριφοράς της Μαφίας, η παράβαση των όρων της αμοιβαιότητας θεωρείται προδοσία και τιμωρείται με σκληρότητα ενώ, όταν εμείς δεν μπορούμε να πετύχουμε αμοιβαιότητα, διαγράφουμε από τον κύκλο δικών αυτόν που μας ‘πρόδωσε’.

Θυμάμαι τη συζήτηση που είχα με έναν Ούγγρο συνάδελφο, στα πλαίσια ενός διεθνούς συνεδρίου. Είχα προσπαθήσει να του εξηγήσω πώς αντιλαμβανόμαστε εμείς τον κύκλο δικών και συνόψισα τον ορισμό λέγοντας ότι: «για μας, αν δεν είσαι μαζί μου, είσαι εναντίον μου». Άμεσα ήρθε η απάντηση: «Για μας ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Αν δεν είσαι εναντίον μου είσαι μαζί μου». Η μικρή αυτή φράση συμπύκνωσε μια καθοριστική πολιτισμική διαφορά ανάμεσα σε δύο άλλες γειτονικές χώρες με διαφορετικές ιστορικές διαδρομές που διαμόρφωσαν μια τόσο διαφορετική αντίληψη για τις στενές ανθρώπινες σχέσεις.

Εστιάζοντας και πάλι σε μας, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι, ο ορισμός που δίνουμε εμείς για τον κύκλο δικών, έχει μια θετική και μια αρνητική πλευρά. Το γεγονός ότι, σύμφωνα με την δική μας αντίληψη, οι στενές ανθρώπινες σχέσεις χτίζονται πάνω στην αξία της αλληλεξάρτησης, στο νοιάξιμο, το μοίρασμα και την αμοιβαιότητα (στοιχεία που καθόριζαν τη δομή της ελληνικής κοινότητας), μας έχει εφοδιάσει με έναν σημαντικό συγκινησιακό εξοπλισμό, σε μια εποχή που τα εξωτερικά σταθερά σημεία αναφοράς καταρρέουν και που τα δομικά στοιχεία που συντηρούσαν την οικογένεια αναθεωρούνται εκ βάθρων. Το γεγονός δηλαδή ότι, η δική μας αντίληψη για τις στενές ανθρώπινες σχέσεις μάς δίνει τη δυνατότητα να επιλέγουμε τους ανθρώπους με τους οποίους μπορούμε να δημιουργούμε βιώσιμους και λειτουργικούς συναισθηματικούς δεσμούς και με τους οποίους μπορούμε να επιδιώξουμε κοινούς στόχους, αποτελεί μια εξαιρετικά προωθητική ψυχοκοινωνική διάσταση των ανθρώπινων σχέσεων.

Στη δημοφιλή σειρά της τηλεόρασης του Καπουτζίδη με τίτλο: «Στο παραπέντε», την οποία παρακολούθησε μια μεγάλη μερίδα του κοινού, μια ετερόκλιτη ομάδα ανθρώπων δημιουργούν μεταξύ τους σχέσεις αλληλεξάρτησης, μοιράσματος και αμοιβαιότητας. Οι πράξεις τους διέπονται από την αξία της προσωπικής ευθύνης και της κοινωνικής συνείδησης, με κοινό σκοπό την καταπολέμηση κακοποιών στοιχείων της κοινωνίας.

Από την άλλη πλευρά, η αντίληψη που έχουμε για τον κύκλο δικών φαίνεται να αποτελεί βασική παράμετρο για την κατανόηση της γενικευμένης παραβατικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει άτομα και ομάδες στην ελληνική κοινωνία. Γιατί, σύμφωνα με την αντίληψη που έχουμε για τις στενές ανθρώπινες σχέσεις, σημαντικό δεν είναι ποιος είσαι και ποιος είναι ο άλλος, αλλά τι κάνεις εσύ για εκείνον και εκείνος για σένα. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τις στενές ανθρώπινες σχέσεις φαίνεται να είναι ένας χρήσιμος κώδικας για να κατανοήσουμε πώς η κοινωνία μας μετεξελίχθηκε από κοινωνία κοινωνικής συμπαράστασης και αλληλεγγύης σε κοινωνία συντεχνιών και οργανωμένων συμφερόντων.

Η σχεδόν θεσμοποιημένη παραβατικότητα που έχει καθιδρυθεί στη ελληνική κοινωνία μπορεί να κατανοηθεί βαθύτερα με βάση τα ευρήματα που αφορούν την έννοια ‘φιλότιμο’, η οποία θεωρείται πρωταρχική αξία των Ελλήνων[3]. Μια από τις σημαντικότερες, ίσως, επισημάνσεις, που έγιναν στις έρευνες που αναφέραμε, ήταν ότι φιλότιμος είναι αυτός που με τη συμπεριφορά του προωθεί τις αλληλεξαρτήσεις, τη συλλογικότητα και τα συμφέροντα του κύκλου δικών. Με την ερμηνεία που έδωσαν οι ερευνητές στο ορισμό της έννοιας, παύουμε να μοιάζουμε αντιφατικοί γιατί, η ίδια συμπεριφορά, θεωρείται φιλότιμη όταν αφορά πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο δικών, ενώ δεν ισχύει όταν πρόκειται για συναλλαγές με πρόσωπα που δεν ανήκουν σε αυτόν. Δεν έχουμε ηθικούς φραγμούς αν χρειαστεί να κάνουμε πράξεις ‘παράνομες’, αν αυτό εξυπηρετεί τους δικούς μας ανθρώπους, γιατί, κριτήριο για το αν είμαστε φιλότιμοι, είναι η σχέση με τους δικούς και όχι η πράξη αυτή καθ’ εαυτή.

Το φιλότιμο, η αλληλεγγύη, η προσωπική ευθύνη και η κοινωνική συνείδηση, αξίες που ήταν για μας συνδεμένες με τις στενές οικογενειακές σχέσεις, δεν είναι εύκολο να προσαρμοστούν στα καινούργια δεδομένα ώστε να αποτελέσουν το αξιακό υπόβαθρο της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας. Με βάση αυτή την ερμηνεία της έννοιας του φιλότιμου, κάτω από τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στον απρόσωπο και ανταγωνιστικό σύγχρονο κόσμο, ο φιλότιμος γίνεται ευάλωτος, αφού αλληλεπιδρά με άτομα που δεν ανήκουν στο κύκλο δικών, άρα εκθέτει τον εαυτό του σε άτομα και ομάδες που δεν νοιάζονται γι’ αυτόν. Ως εκ τούτου, δεν είναι αξιοπερίεργο ότι, όπως έδειξαν αυτές οι έρευνες, το φιλότιμο από αξία μετατρέπεται σε απαξία εφόσον, όταν η φιλότιμη συμπεριφορά εξασκείται εκτός του κύκλου δικών, δεν εξυπηρετεί πλέον τα συμφέροντα του ίδιου και των δικών του.

Η παρανομία, η καταστρατήγηση κανόνων, ο νεποτισμός, η άκριτη υιοθέτηση κάθε αιτήματος, η αποπροσωποποίηση της ευθύνης θεωρούνται θεμιτές συμπεριφορές, αφού συμβάλλουν στην εξασφάλιση των μέσων επιβίωσης και κοινωνικής ανέλιξης του ίδιου και των δικών. Για παράδειγμα, το ρουσφέτι, που οδήγησε την ελληνική κοινωνία και την ελληνική οικονομία σε τραγικά αδιέξοδα, ήταν ένα σημαντικό μέσο που διέθετε ο κάτοικος της αγροτικής Ελλάδας να συνδεθεί με την αστική Ελλάδα και τα κέντρα αποφάσεων, που ήταν το απρόσωπο κράτος που αντικατέστησε το μισητό καθεστώς της τουρκικής κυριαρχίας.

Η θέση του παιδιού στα διαδοχικά πρότυπα ζωής

Στην προσπάθειά μου να εντοπίσω κάποιες παραμέτρους που αφορούν στην παραβατική συμπεριφορά των νέων στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ανέτρεξα στις πληροφορίες και τη γνώση που απέκτησα μέσα από την μακρόχρονη ενασχόληση μου με την ελληνική οικογένεια[4]. Έχοντας ακολουθήσει μια εξελικτική προσέγγιση, είχα τη δυνατότητα να παρατηρήσω και να καταγράψω αλλαγές των αντιλήψεων, των συναισθηματικών αντιδράσεων και της ορατής συμπεριφοράς των παιδιών μέσα στις ραγδαίες εξελίξεις, οι οποίες οδήγησαν την Ελληνική οικογένεια από την παραδοσιακή αγροτική μορφή, που τη χαρακτήριζε, στη μεταμοντέρνα της εκδοχή, μέσα σε μόνο μερικές δεκαετίες. Τα ερευνητικά δεδομένα που συγκεντρώσαμε μάς έδωσαν μια ανάγλυφη εικόνα για τις αντιλήψεις και τις συναισθηματικές αντιδράσεις παιδιών που μεγάλωναν μέσα σε παραδοσιακές οικογένειες.

Στα πλαίσια της παραδοσιακής κοινότητας, όπου η επιβίωση βασιζόταν στην βασική αξία της αλληλεξάρτησης, το παιδί αντιμετωπιζόταν ως υπεύθυνο μέλος της κοινότητας με σαφείς και συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Συμμετείχε ενεργά στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση, ανάλογα με τις πραγματικές του δυνατότητες. Είναι χαρακτηριστικό το εύρημα ότι τα παιδιά, στα πλαίσια της παραδοσιακής κοινότητας, πριν γίνουν τεσσάρων χρονών πρόσφεραν περισσότερα από αυτά που έπαιρναν[5].

Οι συνθήκες του παραδοσιακού τρόπου ζωής καλλιεργούσαν ένα ιδιαίτερο είδος αυτοελέγχου και κοινωνικής συνείδησης που δεν άφηνε περιθώρια στην ανάπτυξη παραβατικής συμπεριφοράς. Επειδή η αποδοχή του ατόμου από τα υπόλοιπα μέλη της κλειστής παραδοσιακής κοινότητας ήταν μείζον θέμα για όλους, κανείς δεν διακινδύνευε να αποκλεισθεί από ένα σύστημα σχέσεων που όριζε την ύπαρξή του. Ως εκ τούτου, περιθώρια για ανευθυνότητες δεν υπήρχαν.

Ένα άλλο σημαντικό εύρημα, που είναι άμεσα συνδεδεμένο με την παντελή έλλειψη παραβατικής συμπεριφοράς στον παραδοσιακό χώρο, ήταν η δεδομένη αποδοχή του καθοδηγητικού ρόλου των ενηλίκων. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία που έγραψε ένα παιδί του παραδοσιακού χώρου:

«Ένα παιδί με τον πατέρα του έχουν κάποια συζήτηση και φαίνονται χαρούμενοι γιατί ο σκοπός που είχαν πέτυχε. Το παιδί ακούει με προσοχή τα λόγια του πατέρα του που θέλει το καλό του γιου του και γι’ αυτό είναι ευχαριστημένοι.»

Οι συνεργατικές αντιλήψεις μέσα στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής μεταφέρονταν και στις σχέσεις του παιδιού στον ευρύτερο χώρο της κοινότητας και αναπόφευκτα στην αλληλεπίδρασή του με τους συνομηλίκους του. Σύμφωνα με τα ευρήματα μιας έρευνας που εστίασε στην έννοια της συνεργασίας και του ανταγωνισμού στα παιδιά του παραδοσιακού χώρου, υπήρχε παντελής έλλειψη ανταγωνισμού, τόσο στις οικογενειακές σχέσεις, όσο και στις σχέσεις του με τους συνομήλικους του[6].

Στις αντιλήψεις των παιδιών της επαρχίας βλέπαμε τα θεμελιακά θετικά στοιχεία της ψυχοκοινωνικής μας κληρονομιάς. Τα παιδιά αυτά, στις ιστορίες και στις ζωγραφιές τους, εξέφραζαν ακόμα την πίστη τους στην αξία της συλλογικής προσπάθειας και τόνιζαν πώς η αλληλεξάρτηση, η συνεργασία και το συμφέρον του συνόλου πρέπει να διατηρηθούν, γιατί τα βλέπουν ως απαραίτητες προϋποθέσεις μιας δημιουργικής ζωής μέσα στην κοινότητα.

Η εικόνα αλλάζει δραματικά όταν εστιάσει κανείς το φακό του στα παιδιά που βίωναν τον αστικό τρόπο ζωής. Όπως προκύπτει από το πλούσιο υλικό σχετικών ερευνών, μαζί με τον ξεκάθαρο προσανατολισμό ζωής χάνονται πολλά από τα θετικά στοιχεία της παραδοσιακής αντίληψης του εαυτού και των ανθρώπινων σχέσεων, όπως η αμοιβαιότητα, ο συντονισμός ενεργειών και συναισθηματικών αντιδράσεων. Τα ευρήματα των ερευνών, που αφορούσαν τις αλλαγές των αντιλήψεων, των συναισθηματικών αντιδράσεων και της συμπεριφοράς των παιδιών στον αστικό χώρο στην Ελλάδα, μάς έδωσαν μια ξεκάθαρη εικόνα του πώς τα παιδιά βιώνουν τις επιπτώσεις των κοινωνικών αλλαγών, για τις οποίες μιλήσαμε στην αρχή του κειμένου αυτού, όταν αναφερθήκαμε στο φαινόμενο της παραβατικότητας ως σύμπτωμα μιας κοινωνικής παθογένειας,

Οι ισχυρές δονήσεις που δέχτηκε ο τόπος μας τις τελευταίες δεκαετίες εκδηλώνονταν στη σύγχυση, στη μοναξιά και στην απόγνωση που εκφράζανε τα παιδιά της Αθήνας. Το ερευνητικό υλικό από τα δείγματα των παιδιών της Αθήνας ήταν γεμάτο αμφιταλαντεύσεις, αμφιβολίες και συμβιβασμούς. Τη σχέση γονιού-παιδιού τα παιδιά αυτά την περιέγραφαν δύσκολη, συγκρουσιακή και, στις ιστορίες τους, συχνά μιλούσαν για καταστροφικές συνέπειες της έλλειψης συνεννόησης. Τους γονείς, τούς αισθάνονται απορροφημένους από το δικό τους αγώνα για ψυχολογική επιβίωση. Οι προτροπές, οι συμβουλές, οι περιορισμοί δεν καταγράφονταν. Τα παιδιά μιλούσαν ασαφώς για την προσπάθειά τους να αποφύγουν συγκρούσεις και αναζητούσαν μια στοιχειώδη ηρεμία που, κάτω από τις συνθήκες που περιέγραφαν, μόνο στη μοναξιά τους μπορούν να την βρουν.

Εξίσου αποκαλυπτικά ήταν τα ευρήματα που αφορούσαν την αντίληψη του εαυτού. Ενώ, για τα παιδιά του παραδοσιακού χώρου, οι δυο έννοιες του ιδανικού και του πραγματικού εαυτού ταυτίζονταν, αυτό δεν ίσχυε για τα παιδιά του αστικού χώρου. Οι προσωπικές τους επιδιώξεις ήταν ασαφείς και αντιφατικές. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη ιστορία ενός παιδιού του αθηναϊκού δείγματος:

«Θα προσπαθήσω να γίνω ναυτικός, μ’ αρέσει η θάλασσα. Αν δεν τα καταφέρω θα προσπαθήσω να γίνω ή αεροπόρος ή ποδοσφαιριστής ή και γιατρός μαζί».

Η έλλειψη ξεκάθαρου προσανατολισμού ζωής οδηγεί αναπόφευκτα στην επιδίωξη πρόσκαιρων ατομιστικών και ευδαιμονιστικών στόχων:

«Να διασκεδάζω», «θα ήθελα να ζω σε μια βίλα και να πηγαίνω συνέχεια ταξίδια».

Ενδεικτική είναι και η επόμενη ιστορία ενός άλλου παιδιού γιατί προδιαγράφει τις συγκρουσιακές καταστάσεις που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια στα πλαίσια των οικογενειακών σχέσεων:

«Ήταν ένας πατέρας και ένα παιδί που κάθε μέρα το παιδί δεν έκανε καλές πράξεις και κάθε μέρα ο πατέρας το διόρθωνε. Όταν μια μέρα μάλωσαν και έπαθαν μεγάλο κακό».

Πολλές από τις εμπλοκές, που εκδηλώνονται με την παραβατική συμπεριφορά, φαίνεται να συνδέονται με την αντιφατική θέση του παιδιού μέσα στη δυναμική των ενδοοικογενειακών σχέσεων. Το παιδί, στα πλαίσια της αστικής παιδοκεντρικής οικογένειας, είναι ο αποδέκτης των αγαθών που αποκτώνται, χωρίς να συμμετέχει το ίδιο στον αγώνα που κάνουν οι γονείς. Το γεγονός ότι, εδώ και δεκαετίες, τα παιδιά μας μεγαλώνουν με υπερβολικές παροχές, έχει δημιουργήσει γενιές πολιτών οι οποίοι δεν έχουν εκπαιδευτεί να αυτενεργούν και να βασίζονται στις δικές τους δυνάμεις.

Ενώ σε υλικό και ορατό επίπεδο τα παιδιά, στα πλαίσια των σύγχρονων οικογενειών, είναι αποδέκτες πολλών απολαβών από τους γονείς τους, παράλληλα κουβαλούν το δυσβάστακτο βάρος να εκπληρώσουν τις προσδοκίες των γονιών τους που έχουν δώσει τόσα πολλά, που έχουν συχνά θυσιάσει τα όνειρα και τις επιθυμίες τους για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους («σου τα προσφέρω όλα αλλά εσύ είσαι δέσμιος των δικών μου επιλογών»). Η συνοχή μεταξύ των μελών των κλειστών παραδοσιακών κοινοτήτων, που εξασφάλιζε η συλλογικότητα, στα πλαίσια της αστικής παιδοκεντρικής οικογένειας επιδιώκεται μέσα από την ύπαρξη του παιδιού.

Εξετάζοντας τις συνεχιζόμενες διαδοχικές αλλαγές της ελληνικής οικογένειας, διαπιστώνουμε ότι, ανατροπές πρώτου μεγέθους σε όλα τα επίπεδα, που συμπαρέσυραν τις ετοιμόρροπες δομές, άλλαξαν τον χάρτη των μορφών συμβίωσης. Τα παιδιά ζουν πια στα πλαίσια περίπλοκων ρευστών και ασταθών καταστάσεων. Μικροί και μεγάλοι αναζητούν συναισθηματικά στηρίγματα για να αντιμετωπίσουν καταστάσεις που συμπαρασύρουν όλα τα σταθερά σημεία αναφοράς. Στις μέρες μας, που οι δομές γίνονται όλο και πιο ασταθείς, το επίκεντρο των διεργασιών μετατοπίζεται, από δομικά στοιχεία της συμβίωσης, στην ανάγκη συναισθηματικής κάλυψης και επικοινωνίας. Άτομα[7] και οικογένειες υποχρεώνονται σε μια επίπονη διαπραγμάτευση σε ό,τι αφορά τους όρους της συμβίωσης και τους κανόνες λειτουργίας της αλληλεπίδρασής τους. Όλο και περισσότερο οι επιλογές καθορίζονται πια, όχι από θεσμικές διευθετήσεις, αλλά από ψυχολογικούς και επικοινωνιακούς παράγοντες. Οι θεσμικές διευθετήσεις δεν είναι αφ’ εαυτού πλέον αρκετές. Χρειάζεται να διευθετηθούν και συμφωνηθούν οι τρόποι εφαρμογής τους. Στις σύγχρονες οικογένειες το πώς γίνεται εξίσου ισχυρό με το τι.

Αλλά το βάρος που πέφτει στους ώμους των παιδιών σε αυτή τη φάση της εξέλιξης της οικογενειακής δυναμικής γίνεται ακόμα πιο δυσβάστακτο, λόγω της βαθιάς κρίσης που έχει εστιαστεί στον πυρήνα της οικογένειας, τη σχέση του ζευγαριού. Σε αυτή τη φάση, που η σχέση μεταξύ των γονιών γίνεται όλο και πιο εύθραυστη, τα παιδιά επωμίζονται και πάλι το ρόλο να κρατούν τις εξαιρετικά ασταθείς ισορροπίες. Πολύ συχνά τα παιδιά στηρίζουν τα ετοιμόρροπα σπίτια τους που σείονται συνεχώς από τις άλυτες διαφορές ανάμεσα στους γονείς τους.

Μπορεί οι αντιλήψεις και οι επιλογές των ζευγαριών της μεταμοντέρνας εποχής να διαφέρουν ποιοτικά από αυτές της παιδοκεντρικής πυρηνικής οικογένειας, αλλά το παιδί εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων. Αν, στην πυρηνική οικογένεια, οι επιδιώξεις των γονιών για κοινωνική καταξίωση βασίζονταν στο παιδί, στις μεταμοντέρνες, μικτές, πολύπλοκες και ρευστές μορφές συμβίωσης, το παιδί εξακολουθεί να παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην εδραίωση και τη λειτουργία τους. Γιατί είναι εμφανές ότι η απόκτηση και το μεγάλωμα των παιδιών αποκτούν στις μέρες μας τεράστια σημασία για άνδρες και γυναίκες. Το ζούμε έντονα αυτό, μέσα από απεγνωσμένες προσπάθειες για υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και υιοθεσίες. Το πάθος για την απόκτηση απογόνων, που θα στηρίξει τις ασταθείς μας κατασκευές, εκδηλώνεται με όλους τους τρόπους.

Ενώ, λοιπόν, τα σημερινά παιδιά καλούνται να στηρίξουν τη συνοχή, την επικοινωνία, τη συναισθηματική κάλυψη αναγκών, μεγαλώνουν μέσα σε συνθήκες που απαιτούν προωθημένες επικοινωνιακές δεξιότητες που, μέσα στις αλλεπάλληλες ανατροπές, δεν υπήρξε χρόνος για να αναπτυχθούν. Νοήματα που δεν ισχύουν πια μπερδεύονται με εκείνα που τώρα κατασκευάζονται και, αναπόφευκτα, δημιουργούν διλήμματα και διχογνωμίες. Τα ερμηνευτικά εργαλεία του παρελθόντος, καθώς δημιουργήθηκαν και ανταποκρίνονται σε άλλες εποχές, μοιάζει να μην μπορούν να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν μια κοινωνική πραγματικότητα που μεταβάλλεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Οι επιλογές και οι διαπραγματεύσεις για το τι είναι λειτουργικό, σωστό, δίκαιο, εφικτό, προσκρούουν σε παγιωμένες αντιλήψεις και πρακτικές και δημιουργούν δυσεπίλυτες εσωτερικές και διαπροσωπικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις.

Θα μπορούσε λοιπόν να υποστηρίξει κανείς ότι, ένας παράγοντας που συμβάλει στην παραβατική συμπεριφορά παιδιών και εφήβων, είναι ο συσσωρευμένος θυμός που απορρέει από τις αντιφάσεις και τις εντάσεις που ενδημούν μέσα στις οικογενειακές σχέσεις.

Επίλογος: Η αντίστροφη μέτρηση

Αφετηρία για την πολυεπίπεδη ανάλυση του θέματος της παραβατικότητας, με επίκεντρο τους νέους, ήταν το σκεπτικό ότι, η κατανόηση του φαινομένου και η εντόπιση των παραμέτρων εκείνων που θα απέτρεπε ή θα μείωνε τα κρούσματα παραβατικότητας σε όλα τα επίπεδα, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να αναζητηθούν αποτελεσματικότεροι τρόποι αντιμετώπισής του. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει στη διαμόρφωση πολιτικών διαχείρισης που δεν θα είναι εστιασμένες στην καταστολή, αλλά στην αλλαγή των δομών και των συμπεριφορών που την γέννησαν.

Η ανάλυση του θέματος της παραβατικότητας, που επιχειρήθηκε στο παρόν κείμενο, εστιάστηκε σε ψυχοκοινωνικούς παράγοντες. Στόχος μας ήταν να συμβάλουμε στην κατανόηση ενός σύνθετου φαινομένου το οποίο, στη φάση που διανύουμε, φαίνεται να αποτελεί κεντρικό άξονα των προβληματισμών για το πώς οδηγηθήκαμε στην βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση που βιώνουμε. Το τελευταίο διάστημα ακούγεται όλο και πιο συχνά ότι η κρίση της Ελληνικής κοινωνίας έχει αρχίσει να λειτουργεί ως μοχλός αλλαγής. Φαίνεται να συνειδητοποιείται ότι, ο δρόμος που θα μπορούσε να οδηγήσει στην άρση των οικονομικών και κοινωνικών αδιεξόδων που έχουν συσσωρευτεί, θα περάσει μέσα από την αλλαγή της νοοτροπίας μας. Κατά την άποψή μας, η έκταση που πήρε η παραβατική συμπεριφορά στον τόπο μας αποτελεί μια ισχυρή και εστιασμένη πρόκληση για την αλλαγή της νοοτροπίας μας.

Η εξελικτική σκοπιά, η οποία αποτέλεσε βασική παράμετρο για την παρατήρηση και την αξιολόγηση της παραβατικής συμπεριφοράς των νέων, μάς έδωσε τη δυνατότητα να συνδέσουμε τα συναφή φαινόμενα με τις ταχύρυθμες και βαθιές κοινωνικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της σύγχρονης ζωής. Η διαχρονική οπτική έφερε στο φως το πώς αλλάζουν οι αντιλήψεις μας για το ποιοι είμαστε, πού πάμε και γιατί. Για το πώς, δηλαδή, κατασκευάζουμε, συν-κατασκευάζουμε και ανακατασκευάζουμε τις αλήθειες μας σε ό,τι αφορά την ύπαρξη και την συνύπαρξη. Μέσα από αυτό το πρίσμα, διαπιστώσαμε αρνητικές διαστάσεις των πολιτισμικών μας καταβολών. Αντιλήψεις και συμπεριφορές που διαμορφώθηκαν σε άλλες εποχές οι οποίες, κάτω από τις συνθήκες του σύγχρονου τρόπου ζωής, οδηγούν σε ακραία δυσλειτουργικά κοινωνικά φαινόμενα (αλληλοκατηγορίες, εξεγέρσεις, ανομία, βία, τρομοκρατία). Διαπιστώνουμε ότι, οι αρνητικές συμπεριφορές, επιβεβαιώνουν την αρνητική εικόνα του εαυτού μας, η οποία αναπαράγεται μέσα από αντίστοιχες αρνητικές αντιλήψεις και συμπεριφορές. Και έτσι διαιωνίζεται ένας φαύλος κύκλος που δεν επιτρέπει ανατροφοδοτήσεις, ανακατατάξεις και αναθεωρήσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν στις υπερβάσεις που θα είχαν ως αποτέλεσμα την  δημιουργία μιας πιο υγιούς κοινωνικής συνύπαρξης.

Από την άλλη πλευρά, μέσα από την αναδρομή σε αντιλήψεις και συμπεριφορές που ευδοκιμούσαν σε παλιότερες μορφές οικογενειακής και κοινωνικής συμβίωσης, εντοπίσαμε και κάποια προωθητικά στοιχεία του ψυχισμού μας, που καλούμαστε να αναβιώσουμε και να αξιοποιήσουμε. Γιατί τα προωθητικά στοιχεία της προσωπικής και συλλογικής συνείδησης οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας βρίσκονται καταχωρημένα στο συλλογικό ασυνείδητο και περιμένουν να δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες που θα επιτρέψουν την ενεργοποίηση τους.

Δεν έχουν περάσει παρά μόνο τριάντα χρόνια από τότε που καταγράψαμε τις αντιλήψεις δωδεκάχρονων παιδιών που ζούσαν σε κοινότητες που βρίσκονταν σε φάση βαθιάς κοινωνικής αλλαγής. Για τα παιδιά αυτού του δείγματος, από την μια πλευρά, η ένταξη στην απρόσωπη καταναλωτική κοινωνία ήταν η άμεση προοπτική και, από την άλλη, η συλλογικότητα, που χαρακτήριζε τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, μια βιωμένη πραγματικότητα.

Ιδωμένες μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνιών, οι αντιλήψεις αυτών των παιδιών, που βίωναν την κοινωνική αλλαγή στην καθημερινότητά τους, μας πρόσφεραν τη δυνατότητα να εντοπίσουμε τις διαστάσεις εκείνες που υπερβαίνουν πολιτισμικές διαφορές και αποκρυσταλλώνουν βασικές εκφάνσεις μιας λειτουργικής κοινωνικής ζωής, όπως συλλογικότητα, αίσθημα προσωπικής ευθύνης, συντροφικότητα, μοίρασμα συναισθημάτων κ.α..

Θα κλείσουμε με μια ιστορία που έγραψε τότε ένα δωδεκάχρονο παιδί, που ανήκε σε αυτό δείγμα, και η οποία συμπυκνώνει τα βιώματα, τις φόβους και τις ελπίδες ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας τριάντα χρόνια μετά[8]:

«Σε ένα δάσος έπιασε φωτιά. Η πυροσβεστική ακούγεται με τον παράξενο θόρυβο που κάνει. Εκτός από την πυροσβεστική, πλήθος από κόσμο που υπάρχει στο χωριό την ώρα αυτή, ε, έρχονται για να βοηθήσουν το σβήσιμο. Άντρες με λάστιχα που βάζουν στη βρύση, κάνουν κάτι για να σβηστεί η φωτιά. Άλλοι με σκαλίδες και με παλάμες προσπαθούν να σβηστούν οι θάμνοι κι ένας άνθρωπος γελάει γι’ αυτό. Ίσως είναι ο αίτιος που άναψε η φωτιά για να καταστρέψει αυτό το δασικό πλούτο. Είναι βέβαια εις βάρος του άλλα και για των άλλων ανθρώπων που δεν μπορούν να χαρούν τις ομορφιές του δάσους και το οξυγόνο που προσφέρει και τα διάφορα καταφύγια που προσφέρει στα ζώα. Οι άλλοι το ‘χουν καταλάβει οι περισσότεροι, αλλά αυτός δεν τό ‘χει εννοήσει καθόλου και κάπου πηγαίνει περίπατο σαν να μην έγινε τίποτα και σαν να ’ναι η ατμόσφαιρα χαρούμενη και εξακολουθεί να γελάει. Αλλά οι άνθρωποι οι άλλοι με κίνδυνο της ζωής τους προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά, γιατί σκέπτονται αν απλωθεί η φωτιά υπάρχει κίνδυνος να περικυκλώσει το χωριό και έτσι να καταστρέψει το χωριό. Αυτός ο άνθρωπος δεν πρέπει να έχει συναισθήματα για τον άλλο κόσμο που είναι γύρω του και στην ψυχή κατά βάθος να είναι κακός και να θέλει το κακό και όλων των συνανθρώπων του. Τίποτα άλλο.»

————————————————

[1] Πλούσια πηγή πληροφοριών υπήρξαν τα δεδομένα μιας σειράς ερευνών που διεξήχθησαν στο Αθηναϊκό Κέντρο Μελέτης του Ανθρώπου και αφορούσαν στις ιδιαιτερότητες των αυτοαναφορικών μας κατασκευών, οι οποίες αφορούν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις ανθρώπινες σχέσεις, τις αξίες και τον προσανατολισμό ζωής και αποτελούν το ψυχοκοινωνικό υπόβαθρο των συμπεριφορών, των συγκινησιακών μας αντιδράσεων και των προσωπικών και συλλογικών μας επιλογών.

Οι έρευνες αυτές αναφέρονται στο βιβλίο Οι τρεις ταυτότητες της Ελληνικής οικογένειας. Κατάκη, Χάρις (1984). Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Σειρά Ανθρώπινα Συστήματα.

[2] Vasilliou V. & Vassiliou G. (1973). The implicative meaning of the Greek concept of filotimo. Journal of Cross Cultural Psycology, 4,3.

Triadis, H., Vassiliou, V., Nassiakou, M. (1968). Three cross-cultural studies of subjective culture. Journal of Personality and Social Psycology, 8 4, 1-42.

Triadis, H., Vassiliou, V., Vassiliou G., Tanaka, Y & Shanmugam (1972). The analysis of Subjective Culture. New York: John Willey and Sons.

[3] Vasilliou V. & Vassiliou G. (1973). The implicative meaning of the Greek concept of filotimo. Journal of Cross Cultural Psycology, 4,3.

[4] Το μοντέλο των τριών οικοθεωριών βασίζεται στην ιδέα ότι, στην σύγχρονη οικογένεια, συνυπάρχουν και αλληλοσυγκρούονται οι αντιλήψεις για την οικογένεια οι οποίες αντιστοιχούν σε τρεις διαδοχικές μορφές οικογενειακής ζωής: την παραδοσιακή, την πυρηνική (της νεωτερικής-βιομηχανικής εποχής) και την, υπό διαμόρφωση, επικοινωνιακή-συναλλακτική (της μετανεωτερικής εποχής) μορφή οικογένειας.

Το θεωρητικό αυτό μοντέλο είναι χρήσιμο για τη κατανόηση της δυσκολίας μας να τοποθετούμε τον εαυτό μας απέναντι στις αντιφατικές αντιλήψεις που συνυπάρχουν μέσα μας και γύρω μας, τις εσωτερικές συγκρούσεις και τους φαύλους κύκλους που διοχετεύονται αναπόφευκτα στην επικοινωνία μας, αυξάνοντας τα προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά αδιέξοδα.

Κατάκη Χ., (1984). Οι τρεις ταυτότητες της Ελληνικής οικογένειας. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Σειρά Ανθρώπινα Συστήματα.

Katakis Ch.(1990), Coexisting and Conflicting Self-Referential Conceptual Systems: A model for describing malfunctioning in the contemporary family-implications for therapy. Contemporary Family Therapy 12(4), σελ 339-362.

[5] Doumanis , M., (1983). Mothering in Greece: From Collectivism to Individualism. New York: Academic Press.

Κατάκη Χ., (1984), Οι τρεις ταυτότητες της Ελληνικής οικογένειας. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Σειρά Ανθρώπινα Συστήματα.

[6] Polemi-Todoulou, M. (1981), Cooperation in Family and peer Group: A study of Independence in a Greek Island Community. Διδακτορική Διατριβή, Bryn Mawr College, Bryn Mawr, Pennsylvania.

[7] Χ. Κατάκη, Ε. Ρέππα, Γ. Σιγάλα, (2005). «Το Μωσαϊκό των Σύγχρονων Μορφών Συμβίωσης. Νέες Προκλήσεις για την Οικογενειακή Θεραπεία». Στο Χ. Κατάκη, Α. Ανδουτσοπούλου (επιμ.), Με χάρτη και πυξίδα: Αφηγήσεις συστημικής ψυχοθεραπείας, (2005). Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Σειρά Ανθρώπινα Συστήματα.

[8] Κατάκη Χ., (1984), Οι τρεις ταυτότητες της Ελληνικής οικογένειας, Σειρά Ανθρώπινα Συστήματα. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 113-119

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Υποβολη σχολιου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Εργαστηριο Διερευνησης Ανθρωπινων Σχεσεων:

Κονίτσης 33, Μαρούσι, Τ.Κ.:15125
Τηλ.: 210 8063665, 210 6129290
Fax: 210 8062113
Ε-mail: info@ergastirio.eu
Website: http://www.ergastirio.eu

E-mail επικοινωνίας για το Πρόγραμμα Κοινωνικών Δράσεων: pkd@ergastirio.eu

μερικες… γεφυρες ακομα:

ΑΡΧΕΙΟ ~ οι δημοσιευσεις του blog ανα ημερομηνια:

ΑΡΧΕΙΟ ~ οι δημοσιευσεις του blog ανα κατηγορια:

Δημοφιλη κλικ:

  • Κανένα

Εάν θέλετε να ενημερώνεστε για τις νέες δημοσιεύσεις του blog, συμπληρώστε το e-mail σας παρακάτω και πατήστε 'Εγγραφή'

Επισκεπτες

  • 20,154 hits
Αρέσει σε %d bloggers: